Γεννήθηκε στα Χαρχαλιανά Κισάμου από μουσική οικογένεια.
Σε ηλικία 10 ετών έπαιζε με μια αυτοσχέδια λύρα. Στα δεκατρία του έμαθε βιολί, το οποίο και λατρεψε. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους σολίστες του οργάνου αυτού.
Η όλη παρουσία του σφράγισε έντονα για πολλές δεκαετίες τη μουσική συνείδηση του λαού της Κρήτης.
Σχολαστικός μελετητής και βαθύς γνώστης των κισαμίτικων συρτών, τα απέδωσε με το υπέροχο, γλυκό, δοξάρι του, τα τραγούδησε με την αψεγάδιαστη, βροντώδη και κελα'ίδιστή φωνή του, σε μια ξεχωριστή, υποδειγματική, αριστοτεχνική εκτέλεση.
Με το ιδιότυπο, προσωπικό παίξιμό του δημιούργησε ξεχωριστή μουσική σχολή.
Συνέθεσε μόνο δύο συρτούς. Το "Συρτό του Χάρχαλη" (1914) και τον "Χαρχαλίστικο'" ή "Θερισιανό (1924). Διασκεύασε όμως και ομόρφυνε αρκετά κομμάτια.
Το ρεπερτόριό του ήταν πλουσιότατο. Λέγεται ότι ποτέ δεν έπαιξε σ' ένα γλέντι τον ίδιο σκοπό δύο φορές.
Συνεργάστηκε με τους Σταύρο Μαυροδημητράκη (με τον οποίο έβγαλε και δίσκους), Γιώργη Κουτσουρέλη, Βασίλη Σκευaκη, Μανόλη Καρεφυλάκη, Αντώνη Κλεινάκη , Στέφανο Λιονάκη, Μανόλη Γαλάνη , Ταπεινάκη, Ανδρουλάκη κ.ά.
Οι Χανιώτες λαϊκοί καλλιτέχνες αισθανόμενοι βαθιά υποχρέωση στην πολύπλευρη προσφορά του,
έδωσαν στο σύλλογό τους το όνομα του μεγάλου αυτού μουσικού.
Γεννήθηκε στην Κίσαμο από καλλιτεχνική οικογένεια.
Από μικρός έδειξε την κλίση του προς τη μουσική. Ξεκίνησε παίζοντας μαντολίνο. Δέκα χρονών έμαθε
λαγούτο. Δωδεκάχρονος ήδη «ξετέλευε» γάμους. Στα δεκαπέντε του είχε αποκτήσει φήμη μεγάλου λαγουτιέρη. Δεκαεξάχρονος ηχογράφησε τους πρώτους του δίσκους.
Από τους μεγαλύτερους κρητικούς «πριμαδόρους» του 20ου αιώνα.
Ιδιοφυής συνθέτης και χαρισματικός χειριστής της πένας, άνοιξε νέους δρόμους στα κισαμίτικα συρτά .
Πλήθος από αυτά φέρουν τη σφραγίδα του δημιουργικού του ταλέντου, όπως ο «Καστελιανός συρτός»
και ο «Συρτός του Κουτσουρέλη».
Φημισμένος και ο «Αρμενοχωριανός» συρτός του (1949) από τον οποίο εμπνεύστηκε το «Συρτάκι» ο
Από τους μεγαλύτερους κρητικούς «πριμαδόρους» Μίκης Θεοδωράκης.
Για πολλά χρόνια μαζί με τα αδέρφια του Μανόλη και Στέλιο έκαναν μουσικές πα ραγωγές στους κρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς Αθηνών και Χανίων.
Με τον Γ. Σαριδάκη (Μαύρο) αποτέλεσαν για πολλά χρόνια ιδανική ζυγιά και υπήρξαν οι κυριότεροι
αναμορφωτές της κισαμίτικης μουσικής.
Συνεργάστηκε επίσης και με τους Ν. Χάρχαλη, Γ. Μαριάνο, Μ. Κουνέλη, Φ. Κατράκη, Αλ. Καραβίτη,
Ναύτη , Κουφιανό, Τσέγκα, Κ. Μουντάκη, Θ. Σκορδαλό,Γ. Τζιμάκη, Ν. Ξυλούρη κ.ά.
Γεννήθηκε στα Καρφιανά Πολυρρήνιας Κισσάμου.
Χαρισματικός οργανοπαίκτης, τραγουδιστής και συνθέτης. Ο Νίκος Χάρχαλης τον χαρακτήριζε τον καλύτερο απ’ όλους τους βιολάτορες της εποχής του.
Καταγόταν από καλλιτεχνική οικογένεια. Τα πρώτα μουσικά μαθήματα τα πήρε σε ηλικία 6 ετών στη λύρα, από τον πατέρα του, τον Κουνελοκωστή. Δεκάχρονος όμως άλλαξε γνώμη και έμαθε βιολί. Σύντομα φάνηκε το μεγάλο του ταλέντο. Έτσι, ήδη σε ηλικία 13 ετών «ξετέλευε» γάμους. Στο παίξιμο του επηρεάστηκε από την τεχνοτροπία του Ευθύμη Λυραντωνάκη, καθώς και από τα «ιερά τέρατα» της κισσαμίτικης μουσικής Χάρχαλη, Μαριάνο, Μαύρο, Ναύτη και Γαλαθιανό.
Οι δοξαριές του σωστές, ο ήχος απόλυτος, κοφτός και καθαρός. Το τραγούδι με ιδιαίτερο πάθος. Ήταν κατ’ εξοχής εκπρόσωπος της «κισσαμίτικης σχολής», στην οποία έθεσε και την προσωπική του σφραγίδα.
Κύριος συνεργάτης το ο λαουτιέρης Μανώλης Καρτωνάκης (Καρτώνης), συγχωριανός, συγγενής και παιδικός του φίλος. Συνεργάστηκε ακόμα και με τους Γιώργη Κουτσουρέλη, Μανόλη Γαλανάκη, Στέλιο Λαϊνάκη, Παναγιώτη Καστάνη, κ.ά.
Στη πενηνταεφτάχρονη μουσική πορεία του έπαιξε σε χιλιάδες γάμους, πανυγήρια, βαφτίσεις και άλλες κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Εμφανίστηκε επίσης σε κέντρα των Αθηνών, σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, καθώς και στην Αμερική και τον Καναδά. Το 1997 εκπροσώπησε την Κρήτη, μαζί με τους Μανώλη Καρτωνάκη (λαούτο), και Στέλιο Λαϊνάκη (λαούτο), Βασίλη Καρτωνάκη (τραγούδι) και Γρηγόρη Μαθιουδάκη (τραγούδι), στο Πανευρωπαϊκό Φεστιβάλ της Φλωρεντίας. Η εκδήλως εκείνη γράφτηκε σε CD, το οποίο κυκλοφόρησε με τον τίτλο «ΠΟΛΥΡΡΥΝΙΑΣ ΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑΤΑ Νο 1».
Για κάμποσα χρόνια δίδαξε βιολί στο Καστέλι, στα πλαίσια σχετικών προγραμμάτων της Νομαρχιακής Επιτροπής Λαϊκής Επιμόρφωσης και της Ιεράς Μητρόπολης Κισσάμου και Σελίνου. Πολλά αστέρια της κρητικής μουσικής αναδείχτηκαν απ’ τα χέρια του (Ηλίας Χορευτάκης, Θοδωρής Πολυχρονάκης, Περικλής Τζουγανάκης, Αντώνης Μαρτσάκης, Μιχάλης Παπαδάκης, Δημήτρης Χαρτζουλάκης, κ.ά.).
Το 1981-1982 συνέθεσε τα περίφημα συρτά «Εσύ ‘σαι η αγάπη μου» και «Θωρείς τηνε τη θάλασσα» που παίζονται σ’ όλα τα λαϊκά γλέντια.
Τύπωσε τους δίσκους «Εδώ Χανιά» (1961) και «Χανιώτικες ρίζες» (1971). Έγραψε επίσης και πολλές κασέτες στο στούντιο του καστελιανού Ιωάννη Σταματάκη.
Γεννήθηκε στο Σκουτελώνα Κισσάμου
Δεξιοτέχνης του βιολιού. Ο Ναύτης τον θεωρούσε ως τον καλύτερο τεχνίτη του δοξαριού.
Από τα εφηβικά του χρόνια επεξεργάστηκε σε βάθος τους σκοπούς των κισσαμίτικων συρτών και τους απέδωσε γλυκά και μελωδικά, με το προσωπικό του παίξιμο. Διακρίθηκε και μεγαλούργησε ως δημιουργός αλλά και ως μεγάλος σολίστας. Η δεξιοτεχνία του, το ξεχωριστό ύφος και το γεμάτο ευαισθησία παίξιμο του, σπάνια συναντώνται σε νεότερους οργανοπαίκτες. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αναμορφωτές της κισσαμίτικης μουσικής. Περίφημος ο «Κολυμπαριανός» συρτός του. Ήταν πολύ δημοφιλής σ’ ολόκληρη την Κρήτη, αλλά και παντού όπου υπήρχαν Κρητικοί. Συνεργάστηκε με τους: Γιώργη Κουτσουρέλη (κυρίως) και Θεοχάρη Τζινευράκη (με τους οποίους έβγαλε και δίσκους).
Επίσης με τους: Μ. Πολυχρονάκη, Μαν. Θεοδωράκη, Δημ. Γαλάνη, Αντ. Γερεουδάκη, Δημ. Σαριδάκη, Στ. Λαϊνάκη, Στ. Κολομπάκη, Αρτ. Λεβεντάκη, Λευτ. Ντουρουντάκη, κ.ά.
Γεννήθηκε στη Πλάκα Αποκορώνου.
Αυτοδίδακτος λυράρης, πρωτομάστορας του δοξαριού, εμπνευσμένος συνθέτης και καλός μαντιναδολόγος. Αναπαρήγαγε με τρόπο γνήσιο την ατμόσφαιρα της ζωντανής καθημερινής μουσικής διαδικασίας και εξωτερίκευσε με επιτυχία τα ανόθευτα παραδοσιακά βιώματα του Αποκόρωνα. Το έργο του επηρέασε καθοριστικά τους κατοπινούς μουσικούς, πολλοί απ' τους οποίους τον αντέγραψαν. Ήταν επίσης και καλός κατασκευαστής λυρών. Συνεργάστηκε με τους Φάνη και Παύλο Παπαδάκη, τον Μανόλη Θεοδωράκη κ.α.
Γεννήθηκε στο Γαβαλομούρι Κισάμου από οικογένεια παραδοσιακών μουσικών.
Από μικρός έμαθε τα περισσότερα κρητικά όργανα, αλλά κυρίως ασχολ ήθη κε με το βιολί. Το παίξιμό του έμοιαζε με εκείνο του Μαριάνου. Συνεργάστηκε με τους Αντώνη και Γιώργη Γεραιοuδάκη, Γιώργη Κουτσουρέλη, Λευτέρη Ντοuροuντάκη, Γ. Κουριδάκη, Γιώργη Γομπάκη, Γιάννη Φραyκοuλάκη, Αντώνη Κατάκη κ.ά.
Γεννήθηκε στο Ξηροστέρνι Αποκορώνου.
Από νεαρή ηλικία άρχισε να παίζει βιολί. Γρήγορα όμως τον κέρδισε η λύρα. Στα δεκατέσσερα χρόνια
του ήταν φτασμένος καλλιτέχνης. Δεκαπεντάχρονος μετανάστευσε στην Αμερική, όπου με το αριστοτεχνικό παίξιμο και την καλλικέλαδη φωνη του απέκτησε δόξα και πλούτο. Εκεί, ήδη από τη δεκαετία του 20, κατέγραψε σε δίσκους περίπου 60 τραγούδια.
Στα κέντρα όπου εμφανιζόταν, εκτός από τα κρητικά και τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια, έπαιζε με
τη λύρα και ρεμπέτικα, σμυρναίικα, κομμάτια κλασικής μουσικής, καθώς και τραγούδια από πολλές άλλες περιοχές του κόσμου (Βαλκανική, Βόρεια Αφρική, Μέση Ανατολή, Ασία κ.τ.λ).
Βασικός συνεργάτης του ήταν ο Κωνσταντινοπολίτης ουτίστας Μέλκον.
Αρκετοί μύθοι καλλιεργηθηκαν γύρω απ' το όνομά του, καθwς θεωρείται από τους «πατέρες» της νεότερης κρητικης μουσικής.
Πολλοί μουσικολόγο ι τον θεωρούν ως έναν από τους τρεις καλύτερους λυράρηδες του κόσμου, αμέσως μετά τον Νταμουλη Τζεμίλ Μπέη και τον Λάμπρο Λεονταρίτη.
Το 1958 αθηναϊκή εφημερίδα τον χαρακτηρισε «Παγκανίνι» της λύρας. Οι δε ομογενείς της Αμερικης τον ονόμασαν « Θεό της μουσικης».
Γεννήθηκε στο Καστέλι Κισάμου από μουσική οικογένεια.
Από την ηλικία των 4 ετών έπαιζε διάφορους σκοποuς με το στόμα (μπουκόλυρα) και τραγουδούσε. Βλέποντας την κλίση του στη μουσική ο πατέρας του όταν ήταν 6 ετών του έφτιαξε ένα μαντολίνο από ξύλο ελιάς, χρησιμοποιώντας χορδές από αθάνατο.
Σε ηλικία 10 ετών απέκτησε ένα λαγούτο, με το οποίο άρχισε να παίζει σε γλέντια. Η πολυσuνθετη καλλιτεχνική του φύση του έδειξε το δρόμο και προς
το βιολί, το οποίο επίσης καλλιέργησε με πολύ αγάπη και μεράκι.
Έζησε από πολύ κοντά το μουσικό ταλέντο του θείου του (αδελφού της μητέρας του) Νικολή Τσέγκα. Εισέπραξε έτσι απλόχερα το πάθος, την ένταση και τη λατρεία για μουσική του μεγάλου γραμπουσιανού συνθέτη.
Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας συνεργάστηκε με τον αδερφό του Νίκο, τον Μιχάλη Κουνέλη, τον Κώστα Μουντάκη, τον Κώστα Παπαδάκη, αλλά και με τους περισσότερους μουσικούς της Δυτικής Κισσάμου. Στην Αθήνα, όπου βρέθηκε το χειμώνα του 1979-1980, έπαιξε με τους Φίλιππο Λατζουράκη και Αντώνη Διαλεκτάκη.
Συμμετείχε σε δυο δισκογραφικές παραγωγές. Μία με τον Μιχάλη Κουνέλη στο βιολί «ΕΔΩ ΧΑΝΙΑ», και μια άλλη με την αδελφή του Φωτοuλα στο τραγουδι.
Στις αρχές της δεκαετίας του '90 έγραψε τον περίφημο «Σκοπό του Πολυχρονάκη» (Ήθελα να' μουνα εγώ η πρώτη σου αγάπη), που από πολλοuς θεωρείται μια από τις ωραιότερες μουσικές συνθέσεις της τελευταίας τριακονταετίας.
Γεννήθηκε στο Ρέθυμνο.
Επιστήθιος φίλος του Ανδρέα Ροδινού, απ' τα παιδικά του χρόνια. Σε ηλικία 9 ετών αγόρασε μαντολίνο, κατ' εξοχήν συνοδευτικό όργανο της εποχής εκείνης. Ένας Ρεθεμνιώτης καλλιτέχνης με καταγωγή από τη Μικρά Ασία που έπαιζε ούτι, τον βοήθησε στα πρώτα του μουσικά βήματα. Στα δεκατέσσερά του έπαιζε τόσο καλά, που έκανε το δάσκαλο σε συνομήλικους του! Δεκαέξι ετών συνεργάστηκε με τον Στρατη Καλογερίδη. Ο μεγάλος αυτός συνθέτης και βιολάτορας εντυπωσιάστηκε από το παίξιμο του νεαρού Τζιμάκη, ο οποίος στο μεταξύ είχε μάθει επίσης και λύρα, βιολί , λαγούτο, μπουζούκι, και κιθάρα. Αυθεντικός και συνάμα παραδοσιακός, έπαιζε με δεξιοτεχνία και με ένα δικό του, ιδιόμορφο, χαρακτηριστικό μουσικό ύφος όλα αυτά τα όργανα. Η ιδιαίτερη υφή της βαριάς, γλυκιάς μα και επιβλητικής φωνής του και η άψογη τεχνική του κατάρτιση, τον κατατάσουν επίσης ανάμεσα στους καλύτερους Κρήτες τραγουδιστές, ιδίως στα ταμπαχανιώτικα. Από το 1936 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου δούλεψε σε όλα τα τότε κρητικά κέντρα. Το 1949 άνοιξε δική του ταβέρνα στον Πειραιά. Εκεί γνώρισε τους μεγαλuτερους ρεμπέτες της εποχής και έμαθε τα μυστικά της μουσικής τους. Στη δεκαετlα του '70 εμφανlστηκε σε διάφορες μεγάλες πόλεις των ΗΠΑ.
Από το 1980 και μετά εγκαταστάθηκε μόνιμα στα Χανιά, όπου συνέχισε να παίζει αλλά και να διδάσκει μουσικά όργανα σε μικρούς και μεγάλους. Συνεργάστηκε κατά καιρούς με τους Αντώνη Καρεκλά, Μανώλη Λαγουδάκη, Ανδρέα Ροδινό, Νίκο Χάρχαλη, Γιώργη Μαριάνο, Γιώργη Κουτσουρέλη, Ευθύμη Λυραντωνάκη, Δημήτρη Γαλάνη , Στέλιο Φουσταλιέρη, Σταuρο Μαυροδημητράκη, Λευτέρη Ντουρουντάκη, Στέλιο Λαϊνάκη , Νταουντάκη, Κουφιανό, Μαύρο κ.ά.
Έγραψε πολλούς δίσκους 78, 45 και 33 στροφών καθώς και αρκετές κασέτες.
Γεννήθηκε στους Κάμπους Κυδωνίας.
Έμαθε μόνος βιολί στα 13 του χρόνια. Θαύμαζε τον Ευθύμη Λυραντωνάκη από τον όποιο επηρεάστηκε. Αξιαγάπητος και ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης. Το παίξιμο του γλυκό και απαλό, ήταν παρόμοιο με του Ν.Σαριδάκη (Μαύρου). Άξια μνείας είναι τα περίφημα «γυρίσματα» των Χανιώτικων συρτών του. Εκφραστικότατο και το τραγούδι του. Έπαιζε σε γάμους και πανυγήρια στα Χανιά και στη Θεσσαλονίκη. Ηχογράφησε πολλά από τα τραγούδια του σε δίσκους 78 και 45 στροφών. Δικοί του συρτοί είναι ο «Λακιώτικος», ο «Μεσκλιανός», ο «Κεραμιανός», κ.ά.
Συνεργάστηκε κυρίως με το Δημήτρη Γαλάνη, αλλά και με τους: Μανόλη Θεοδωράκη, Γιώργο Γομπάκη, Γιώργη Κουτσουρέλη, Μανόλη Καρεφυλάκη, Αντώνη Κατάκη, Θεοχάρη Τζινευράκη, κ.ά.
Γεννήθηκε στο Καστέλι της Κισάμου το 1920. Ο πατέρας του «Ναύτη» έπαιζε βιολί, η αδελφή του, βιολί και λαούτο και ο αδελφός τους, βιολί και μπουζούκι. Από τη μικρή ηλικία φάνηκε η μουσική κλίση του «Ναύτη», εννεάχρονος έπαιξε σ’ ένα Γάμο στους Λάκκους. Καθώς είχε πάθος με τη μουσική, παρακολουθούσε τους μεγάλους λαϊκούς οργανοπαίκτες της εποχής, Χάρχαλη, Κουφιανό και Μαριάνο και τους ζητούσε να του δείξουν πως αυτοί εκτελούσαν διάφορα συρτά πότε εβγήκαν, πως λέγονται και ποιος ήταν ο συνθέτης τους. Τον τελευταίο λόγο επεξεργασίας τον είχε ο πατέρας του, ο οποίος ήταν ένας βιολίστας με πλούσιο ρεπερτόριο.
Το 1929 η οικογένεια του Παπαδάκη εγκαταστάθηκε στα Χανιά στην συνοικία Κουμ - Καπί. Πολλές, φορές, όπως μου ανέφερε ο διακεκριμένος καλλιτέχνης έκανε βάρκα τη σκάφη της μάνας του, ανοιγότανε στη θάλασσα και περιπαθώς στην σιγαλιά της νύχτας έπαιζε διάφορους σκοπούς και τραγούδια. Ίσως με τον παιδικό του εκκεντρισμό ήθελε να επιβληθεί πρώτα στη γειτονιά του και ύστερα σε ευρύτερο ακροατήριο. Ήταν ένα ανήσυχο παιδί και σε ηλικία δεκατριών ετών, ημέρες του Πάσχα επισκέφθηκε πρώτα το Ρέθυμνο και ύστερα το Ηράκλειο• στο Ρέθυμνο διασκέδασε με τα συρτά του τους Χανιώτες στρατιώτες και έδειξε στο ρεθεμνιώτικο ακροατήριο πως παίζονται και χορεύονται τα χανιώτικα συρτά. Ύστερα πήγε στο Ηράκλειο και βρήκε το Στρατή Καλογερίδη, ο οποίος του δίδαξε τις κονδυλιές και το μαλεβιζιώτη χορό.
Πριν από το Β’ παγκόσμιο πόλεμο τελειοποιημένος πλέον καλλιτέχνης, μετέβη στην Αθήνα μαζί με το λαουτιέρη Δημήτρη Καβαλιεράκη. Έπαιζε στο κέντρο «Παράδεισος» μπουζούκι μαζί με τον Οδυσσέα Πετζάλη, τον Τσακίρη και τον πιανίστα Λάμβδα. Τότε έκαμε και την παρουσία του στο εθνικό ραδιόφωνο με εβδομαδιαία εκπομπή και με καλή αμοιβή 1000 δρχ.
Με την κήρυξη του πολέμου κατέβηκε στην Κρήτη, στα Χανιά, όπου δημιούργησε και την πρώτη λαϊκή ορχήστρα μαζί με τον Λέλη και τον Ντίνο. Τότε είχε πλέον αρκετά ωριμάσει και παρουσίασε τις πρώτες του επιτυχίες (Νέα Χώρα, Σταφιδική, Χανιωτοπούλα, Ρωσοπούλα, Αγιαννιώτισσα, Σπλαντζιώτισσα κ.λπ.).
Το 1945, κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό και του ’δωσαν την προσωνυμία «Ναύτης», η οποία τον συνοδεύει μέχρι και σήμερα είναι το καλλιτεχνικό του όνομα.
Το 1940, συνέθεσε τον «συρτό της Αυγής», τον «συρτό του Ναύτη», το «Δάκρυ».
Με την πάροδο των ετών η καλλιτεχνική δημιουργία αυξάνει. Το 1959 έγραψε το «Κουστογερακιώτικο», «τα ωραία του Ναύτη» (μ’ έκαμε η μοίρα βασιλιά), τον Μπαλαμπιανό και τον στεργιανό συρτό (σείσου και λυγίσου φως μου). Όλες οι συνθέσεις του Ναύτη έχουν γραφεί κατά καιρούς σε δίσκους. Αν θέλαμε να ξεχωρίσουμε άριστα συρτά σε μουσική ποιότητα και τέλεια εκτέλεσης εκτός από τα παραπάνω, θα κάναμε λόγο για τα παρακάτω Κισαμίτικα:
«Νέος Γραμπουσιανός, Νέος Σελινιώτικος, Αφρατιανός, Ροδωπιανός, Καλουδιανός, Ρογδιανός, Βαλσαμιώτης, Χαιρεθιανός, Ανισαρακιώτης, Νέος Εννιαχωριανός, Καλαθινιώνης, Παραγγελία του Ναύτη». Εκτός όμως, από τα παραπάνω συρτά έγραψε και δύο στεργιανά συρτά: το «Μακεδονία» και τις «Μαζώχτρες». Ενα νησιώτικο το Τζέγκας, τον Ερωτόκριτο, το Πεντοζάλι του Κιόρου και δυο ριζίτικα, Πατέρηδες και Δρομόνερο και το ταμαχανιώτικο Σουρμελίν.
Το 1959 μετανάστευσε στην Αμερική, δημιούργησε συγκρότημα με το όνομα «Μωρίας» και καθώς είναι φύση ανήσυχη εξελίχθηκε σε μουσικό πλάνητα, περιοδεύοντας τις περισσότερες πολιτείες των πέντε Ηπείρων.
Η προσφορά του εν λόγω καλλιτέχνη είναι μεγάλη στο χώρο της κρητικής μουσικής. Είναι αδύνατον, να τελειώσει γλέντι από λαϊκούς οργανοπαίκτες χωρίς τους σκοπούς του «Ναύτη». Οι συνθέσεις αυτού του δημιουργού είναι από απλές μέχρι και δαιδαλώδεις. Τις απλές τις κατανοούν οι μέτριοι εκτελεστές, τις δύσκολες οι εκλεκτοί.
Ο Χαρίδημος έμαθε τα ταμπαχανιώτικα από το θείο του, Νικόλαο Κουρκουμελάκη ή Κουρκουμελή (1903-1986), από την Κάτω Σούδα, διάσημο μπουλγαρίστα της εποχής του, ο οποίος άφησε όνομα για την τέχνη και το πάθος που έπαιζε τα τραγούδια αυτά, τα έλεγε δε και «γυρογιαλίτικα». Τα τραγουδούσαν, εκτός τις παρέες, στα ταβερνάκια, στα καφενεία και στους «νταμπάδες», οντάδες όπου έμεναν οι θαμώνες του «χανιού». Τότε τα θεωρούσαν, έλεγε, κατώτερα τραγούδια, διότι ήταν λίγο μάγκικα, παραπονιάρικα, του λιμανιού.
Τα ταμπαχανιώτικα τα τραγουδούσε και τα έπαιζε ο Χαρίδημος με μπουζούκι και λαγούτο, πολύ γλυκά, και η σύζυγός του Φωφώ (γεννήθηκε το 1932) τα τραγουδούσε πολύ ωραία, στο στιλ της εποχής της.
Σύμφωνα με την μαρτυρία του Χαρίδημου Κουρκουμελάκη, στην Κάτω Σούδα έπαιζαν μπουλγαριά οι: Χατζήνας (ο πρώτος δάσκαλος κατά τον Χαρίδημο) ο Βλάχος ο Νικολής ή Βλαχονικολής, ο Βόλακας και, φυσικά, ο θείος του, ο Κουρκουμελής.
Ήρθε από τη Μικρά Ασία στα Χανιά σε ηλικία τριών χρονών. «Τα ταμπαχανιώτικα παίζονταν πάρα πολύ στην πόλη των Χανίων απ’ όλους σχεδόν τους παλιούς που έπαιζαν στα Χανιά και στα πέριξ, δηλ. Ταμπακαριά, Κάτω Σούδα, στα Νεροκούρου, στα Τσικαλαριά, στη Χαλέπα, στη Νέα Χώρα κλπ, ανεξαρτήτως οργάνου και περισσότερο με μπουλγαρί βέβαια. Παιζόντουσαν στα καφενεία, στις ταβέρνες και σε τεκέδες, που ειδικά στην κατοχή ήταν πάρα πολλοί γιατί οι Γερμανοί αφήνανε ελεύθερα να φουμέρνουνε και πήγαιναν μαυραγορίτες, μερακλήδες, λαθρέμποροι, αγαπητικοί. Εκεί παίζανε με διάφορα όργανα, αλλά κυρίως με μπουζούκια, μπαγλαμάδες και λιγότερο με μπουλγαριά». Θυμάται παλιούς όπως τον Βερναδάκη τον Κώστα, τον Πρωτογερή, τον Κοτζαμάνη, τον Βλάχο, τον Κουρκουμελή, που έπαιζαν μπουλγαρί, και άλλους επίσης τον Αντώνη Παπαμαρκάκη ή Τσεσμέ, τον Δαχτυλά τον Αλέκο, τον Χατζηγιώργη, που έπαιζαν σαντούρι, και με τους οποίους συνεργάστηκε σε μαγαζί της εποχής. Οι περισότεροι που έπαιζαν σαντούρι, λέει, ήταν μαθητές του Λουκά του Μπέρτου.
Ταμπαχανιώτικα έπαιζαν και ο Κουφιανός και ο πατέρας του Ναύτη. Μας λέει επίσης ότι το 1936 ήρθε στα Χανιά η ξακουστή «Τετράς του Πειραιά», (ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Γεώργιος Μπάτης και ο Αρτέμης Δελιάς) και έπαιξαν στη Σπλάντζια. Από τότε επηρεάστηκε τόσο πολύ και αποφάσισε να πάρει δικό του μπουζούκι, ενώ πριν έπαιζε με όργανα άλλων, του Μαστοράκη, του Κασιώτη. Λέει ακόμα ότι πριν έρθει ο Μάρκος στα Χανιά γλεντούσαν και έπαιζαν ως επί το πλείστον ταμπαχανιώτικα. Μετά βγήκαν πολλοί που έπαιζαν μπουζούκι.
«Υπήρχε κάποιος που είχε καφενείο στα σκαλάκια της Αγοράς, ο Πρωτογερής, και έπαιζε μπουλγαρί και θυμάμαι που έρχονταν Ρεθυμνιώτες πλούσιοι, τους έπαιζε και γλεντούσαν μέρες ατέλειωτες. Υπήρχε του Μούνταβρη το καφενείο που ήταν και τεκές.
Υπήρχε ένας από το Βαμβακόπουλο που έπαιζε με ούτι τα ταμπαχανιώτικα, που τον έλεγαν Πρόδρομο. Υπήρχε μετέπειτα μια κομπανία Εβραίων, ο ένας έπαιζε κιθάρα, ο άλλος μαντολίνο και ο άλλος βιολί και έπαιζαν πολλά πράγματα αλλά έπαιζαν και ταμπαχανιώτικα. Την ίδια εποχή περίπου βγήκαμε και εμείς, δηλαδή εγώ, ο Ναύτης, οι Σαπουνήδες, ο Χαρίδημος ο Κουρκουμελής, ο Βασιλοδημήτρης, το φτωχάκι ο Γιώργης και άλλοι, αλλά επειδή εμείς παίζαμε και ρεμπέτικα και κρητικά και ταμπαχανιώτικα, παίζαμε με μπουζούκι τρίχορδο. Υπήρχαν δύο καφενεία-τεκέδες στη Σπλάντζια, του Μπάρμπα Μανόλη του Στρογγυλού και του Μούνταβρη, και του Τρικούπη στα Λενταριανά. Μαγαζιά ήτανε του Λαμπαθέ που παίζαμε με τον Ναύτη στου Μπόλαρη, της Μαρίνας στο λιμάνι, του Τρίφωνα στη Νέα Χώρα. Από μένα βγήκε ο Κατινάρης, ο Βασιλοδημήτρης και άλλοι πολλοί. Το φτωχάκι ο Γιώργης έπαιζε κρητικά στο μπουζούκι, το επίθετό του δεν το θυμάμαι.» Αναφέρει επίσης τον Κουτσουρέλη τον Γιώργη, τον Φουσταλιέρη, κάποιον Περικλή από τα Περβόλια Χανίων, τον Ροζάκη, τον Τζιμάκη και άλλους.
Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στις 19 Ιουνίου του 1911, ημέρα Κυριακή, ώρα τρεις το απόγευμα, όπως του άρεσε να διευκρινίζει[2]. Πήρε το όνομα του πατέρα του, που σκοτώθηκε σε ατύχημα προτού αυτός γεννηθεί. Μεγάλωσε με μικρασιάτικα τραγούδια[εκκρεμεί παραπομπή] και έγινε δεξιοτέχνης στο μπουλγαρί (κρητικός ταμπουράς). Από τα 11 του χρόνια, άρχισε να μαθαίνει την τέχνη του ρολογά, κάτι που ήταν το δεύτερο μεγάλο πάθος του μετά το μπουλγαρί[3]. Ήταν τραγουδιστής, οργανοπαίκτης στο μπουλγαρί και συνθέτης πολλών γνωστών κρητικών τραγουδιών. Δημιούργησε τη δική του σχολή στην κρητική μουσική αναδεικνύοντας το μπουλγαρί σε όργανο μελωδικό και σολίστικο. Έπαιξε με τους Κρητικούς μαστόρους της μουσικής αλλά -μοναδική περίπτωση- ταίριαξε και με τους μεγάλους ρεμπέτες[4].
Ήταν ένας συμπαθέστατος άνθρωπος, μετρίου αναστήματος, με ένα γλυκύτατο χαμόγελο και μια έμφυτη αρχοντιά[5]. Συγκαταλέγεται άξια στις κορυφές της αστικής λαϊκής μουσικής παράδοσης της Κρήτης και συγκεκριμένα της πόλης του Ρεθύμνου. Στο Ρέθυμνο ήταν γνωστός και ως μπάρμπα Στέλιος ο ρολογάς, επειδή ασκούσε και την τέχνη του ρολογά[6]. Είχε το μαγαζί του στην οδό Αρκαδίου και φήμη του ειδικού στα ρολόγια[7].
Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στις ετικέτες των δίσκων της εποχής ο Στέλιος Φουσταλιεράκης αναγράφεται ότι παίζει μπουζούκι. Είναι φανερό ότι οι υπεύθυνοι των εταιρειών δίσκων που έβλεπαν το όργανό του κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων που έλαβαν χώρα στην Αθήνα αγνοούσαν και το όνομα του οργάνου και το πώς παιζόταν. Το μπουλγαρί είναι όργανο που ανήκει στην οικογένεια του ταμπουρά, μοιάζει μορφολογικά με το μικρασιατικό σάζι, αλλά πρέπει να έχει διαφοροποιήσεις στις διαστηματικές διαιρέσεις στο μάνικο. Το γεγονός ότι οι ηχογραφήσεις από το 1930 και μετά γίνονταν στο εργοστάσιο της Κολούμπια στον Περισσό δεν διευκόλυνε τη συχνή παρουσία εκτελεστών από την επαρχία. Έτσι, παρά τον πλούτο της κρητικής μουσικής, είναι δυσανάλογα μικρή η δισκογραφική καταγραφή κρητικών τραγουδιών. Ένα στοιχείο όμως που φαίνεται να επηρέασε σημαντικά τη διαμόρφωση της μουσικής προσωπικότητας του Στέλιου Φουσταλιεράκη ήταν και η παραμονή του στην Αθήνα ανάμεσα στο 1933 και το 1937, περίοδο της μεγαλύτερης άνθησης του ρεμπέτικου. Η γνωριμία με τους δημιουργούς του, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιώργος Μπάτης, ο Παναγιώτης Τούντας, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Στράτος Παγιουμτζής κ.α. πρέπει να υπήρξε καθοριστική[8].
Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης πέθανε στις 4 Απριλίου του 1992